Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2005 > 10 Μαρτίου 2005
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 3 Μαρτίου 2005, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει στο 2,0% το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος. Τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παρέμειναν επίσης αμετάβλητα στο 3,0% και το 1,0% αντιστοίχως.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις συσσώρευσης εσωτερικών πληθωριστικών πιέσεων στη ζώνη του ευρώ. Κατά συνέπεια, διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Τα επιτόκια αυτά βρίσκονται σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα και συμβάλλουν σημαντικά στην ανάκαμψη της οικονομίας. Ταυτόχρονα, υπάρχουν κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών προς τα άνω, οι οποίοι απαιτούν συνεχή επαγρύπνηση εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου.
Όσον αφορά την οικονομική ανάλυση στην οποία στηρίζεται η αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, ο τριμηνιαίος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ ήταν 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2004 σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της Eurostat. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο αναθεωρήθηκε προς τα κάτω στο 0,2%. Αυτό το συνολικό αποτέλεσμα για το δεύτερο εξάμηνο του προηγούμενου έτους ήταν απογοητευτικό. Ωστόσο, η σύνθεση της αύξησης της ζήτησης το τέταρτο τρίμηνο έδωσε επίσης κάποιες θετικές ενδείξεις όσον αφορά τη σχετική τάση. Η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης και, ιδίως, της κατανάλωσης μπορεί να υποδηλώνει μια νέα ώθηση στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ.
Ο βραδύτερος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το δεύτερο εξάμηνο του 2004 ενδέχεται να είναι πρόσκαιρο φαινόμενο για διάφορους λόγους. Όσον αφορά τον εξωτερικό τομέα, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας εξακολουθεί να είναι ισχυρός, στηρίζοντας έτσι τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ. Στον εσωτερικό τομέα, οι επενδύσεις αναμένεται να συνεχίσουν να ωφελούνται από τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, τα αυξημένα κέρδη και τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Η αύξηση της κατανάλωσης θα πρέπει να ωφεληθεί από την αναμενόμενη εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Κατά συνέπεια, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης το 2005 και το 2006. Αυτή η εκτίμηση αντανακλάται επίσης στις προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Μαρτίου 2005. Βάσει των προβολών αυτών, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ θα κυμανθεί, κατά μέσο όρο, σε επίπεδο μεταξύ 1,2% και 2,0% το 2005 και μεταξύ 1,6% και 2,6% το 2006. Αυτές οι προβολές είναι χαμηλότερες από τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος που δημοσιεύθηκαν το Δεκέμβριο του 2004, αντανακλώντας τις πιο υποτονικές οικονομικές εξελίξεις στα τέλη του 2004. Οι διαθέσιμες προβλέψεις διεθνών και ιδιωτικών οργανισμών υποδηλώνουν παρόμοιες σε γενικές γραμμές προοπτικές.
Η εικόνα που δίνουν οι προβολές εμπεριέχει διάφορους κινδύνους. Όσον αφορά τον εξωτερικό τομέα, οι υψηλές και ευμετάβλητες τιμές του πετρελαίου καθώς και οι εμμένουσες ανισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο δημιουργούν καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη. Όσον αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, το Διοικητικό Συμβούλιο επιβεβαιώνει τη θέση, την οποία είχε διατυπώσει όταν σημειώθηκε η έντονη ανατίμηση του ευρώ, ότι τέτοιου είδους κινήσεις δεν είναι ευπρόσδεκτες ούτε επιθυμητές για την οικονομική ανάπτυξη. Όσον αφορά τον εσωτερικό τομέα, υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την εξέλιξη της κατανάλωσης, ενώ οι πολύ ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και η ανάκαμψη των εταιρικών κερδών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αύξηση των επενδύσεων σε σχέση με τις σημερινές προβολές.
Όσον αφορά τις τιμές καταναλωτή, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) σημείωσε αρκετά μεγάλη μείωση τον Ιανουάριο του 2005, υποχωρώντας στο 1,9%, από 2,4% το Δεκέμβριο του 2004. Αυτό οφειλόταν κυρίως σε επιδράσεις της βάσης σύγκρισης λόγω της εξέλιξης των έμμεσων φόρων και των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών σε ορισμένες χώρες. Το Φεβρουάριο, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) ήταν 2,0%.
Τους επόμενους μήνες, οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού πιθανόν να κυμανθούν γύρω από το 2%. Πιο μακροπρόθεσμα, δεν υπάρχουν ενδείξεις συσσώρευσης ισχυρότερων εσωτερικών πληθωριστικών πιέσεων στη ζώνη του ευρώ. Τα τελευταία τρίμηνα, οι αυξήσεις των μισθών παρέμειναν συγκρατημένες. Στο πλαίσιο της συγκρατημένης οικονομικής ανάπτυξης, αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί.
Αυτές οι απόψεις ενσωματώνονται επίσης στις προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Μαρτίου 2005. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα κυμανθεί, βάσει των προβολών, σε επίπεδο μεταξύ 1,6% και 2,2% το 2005 και μεταξύ 1,0% και 2,2% το 2006. Αυτές οι προβολές παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σχέση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος που δημοσιεύθηκαν το Δεκέμβριο του 2004 και είναι συμβατές με τις πρόσφατα δημοσιευθείσες προβλέψεις διεθνών και ιδιωτικών οργανισμών.
Ορισμένοι ανοδικοί κίνδυνοι για αυτές τις προβολές πρέπει να ληφθούν υπόψη, ιδίως η μελλοντική εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου. Ανοδικοί κίνδυνοι επίσης μπορεί να προέλθουν από την εξέλιξη των έμμεσων φόρων και των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών. Επιπροσθέτως, απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση όσον αφορά τον ενδεχόμενο κίνδυνο οι προηγούμενες αυξήσεις των τιμών να ασκήσουν δευτερογενείς επιδράσεις στον καθορισμό μισθών και τιμών σε ολόκληρη την οικονομία. Από την άποψη αυτή, η εξέλιξη των πιο μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Περισσότερες πληροφορίες για τις προοπτικές εξέλιξης των τιμών σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες παρέχει η νομισματική ανάλυση. Τα τελευταία νομισματικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την ενίσχυση του ρυθμού αύξησης του Μ3 που παρατηρείται από τα μέσα του 2004. Αυτό αντανακλά όλο και περισσότερο την αυξητική επίδραση του ιστορικώς πολύ χαμηλού επιπέδου των επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ. Λόγω της συνεχώς ισχυρής αύξησης του Μ3 τα τελευταία έτη, υπάρχει στη ζώνη του ευρώ σημαντικά περισσότερη ρευστότητα από ό,τι χρειάζεται για τη χρηματοδότηση μη πληθωριστικής οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και απαιτεί επαγρύπνηση.
Το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των πραγματικών επιτοκίων συμβάλλει επίσης στην περαιτέρω άνοδο της ζήτησης πιστώσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα. Ο ρυθμός αύξησης των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις συνεχίζει να επιταχύνεται τους τελευταίους μήνες. Επιπλέον, η ζήτηση δανείων για την αγορά κατοικίας συνέχισε να είναι έντονη, συμβάλλοντας στην ισχυρή δυναμική των τιμών των κατοικιών σε ορισμένες περιοχές της ζώνης του ευρώ.
Εν περιλήψει, η οικονομική ανάλυση επιβεβαιώνει ότι οι εσωτερικές πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν συγκρατημένες, ενώ υπάρχουν μεσοπρόθεσμοι ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών οι οποίοι θα παρακολουθούνται στενά. Η διασταύρωση με τα στοιχεία της νομισματικής ανάλυσης συνηγορεί υπέρ της συνεχούς επαγρύπνησης όσον αφορά τους κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, το Διοικητικό Συμβούλιο σημειώνει ότι, αν και τα επικαιροποιημένα προγράμματα σταθερότητας των χωρών της ζώνης του ευρώ προβλέπουν κάποια πρόοδο στη δημοσιονομική εξυγίανση και τη διόρθωση των υπερβολικών ελλειμμάτων, είναι αναγκαία περαιτέρω προσαρμογή σε ορισμένες χώρες. Πιο συγκεκριμένα, τα προγράμματα προσαρμογής που σκοπεύουν να εφαρμόσουν ορισμένες χώρες δεν είναι αρκετά φιλόδοξα και δεν στοχεύουν στην επίτευξη σχεδόν ισοσκελισμένων ή πλεονασματικών δημοσιονομικών θέσεων εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων. Επιπροσθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δημοσιονομικοί στόχοι βασίζονται σε μάλλον ευνοϊκές υποθέσεις για την ανάπτυξη και σε μέτρα που δεν διευκρινίζονται επαρκώς.
Όσον αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, οι συζητήσεις πρέπει πλέον να καταλήξουν σε πειστικά συμπεράσματα, εξασφαλίζοντας ένα αποτέλεσμα που διαφυλάσσει τη δημοσιονομική πειθαρχία. Η αξιοπιστία της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος πρέπει να διατηρηθεί πλήρως. Αυτό είναι θεμελιώδες όχι μόνο για τη μακροοικονομική σταθερότητα και τη συνοχή στη ζώνη του ευρώ, αλλά και για την εμπιστοσύνη και τις προοπτικές ανάπτυξης σε όλα τα κράτη μέλη.
Από αυτή την άποψη, το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση του Συμβουλίου ECOFIN, βάσει σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να προχωρήσει, για πρώτη φορά, στο επόμενο βήμα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και να αποστείλει ειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 9 της Συνθήκης, στην Ελλάδα. Επίσης, κατά τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, η παράταση της προθεσμίας, από το 2005 στο 2006, για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος βασίζεται σε άκρως διασταλτική ερμηνεία των κανόνων και των διαδικασιών. Είναι πλέον επιτακτικό η Ελλάδα να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωση των σοβαρών δημοσιονομικών ανισορροπιών της.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές εξελίξεις, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 παρατηρείται στη ζώνη του ευρώ σχετικά χαμηλός ρυθμός αύξησης, με βάση την τάση, της παραγωγικότητας. Η ανάλυση των προσδιοριστικών παραγόντων της παραγωγικότητας δείχνει ότι ο χαμηλότερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στη ζώνη του ευρώ σχετίζεται εν μέρει με την αύξηση της απασχόλησης λόγω της μεγαλύτερης συμμετοχής λιγότερο ειδικευμένου προσωπικού. Η συνεχιζόμενη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων και κάποια πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, με στόχο την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής σε αυτήν, φαίνεται να έχουν στρέψει εν μέρει την παραγωγή προς μια πιο εντατική αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ο βραδύτερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας που παρατηρείται στη ζώνη του ευρώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 αντανακλά την ανεπαρκή χρήση νέων τεχνολογιών που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Αν και έχει επιταχυνθεί σε τομείς που παράγουν πληροφοριακές ή επικοινωνιακές τεχνολογίες ή παρέχουν συναφείς υπηρεσίες, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας έχει επιβραδυνθεί σε πολλούς άλλους τομείς της οικονομίας. Αυτό υποδηλώνει διαρθρωτικές δυσκαμψίες στη ζώνη του ευρώ που αποτρέπουν ή δυσχεραίνουν την ταχεία και αποτελεσματική διάδοση των νέων τεχνολογιών και τη βελτίωση των διαδικασιών παραγωγής σε ολόκληρη την οικονομία.
Στο πλαίσιο αυτό, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την καινοτομία, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα και προάγουν τη χρήση νέων τεχνολογιών που ενισχύουν την παραγωγικότητα είναι καίριας σημασίας. Η τόνωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων, η διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης και της βελτίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω κατάλληλων εκπαιδευτικών συστημάτων και προγραμμάτων κατάρτισης στην εργασία είναι πιθανόν να επιταχύνουν την άνοδο της παραγωγικότητας που θα προκύψει από τη χρήση νέων τεχνολογιών.
Αρχή της σελίδας