Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2005 > 10 Νοεμβρίου 2005
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 3 Νοεμβρίου 2005, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει στο 2,0% το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος. Τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παρέμειναν επίσης αμετάβλητα στο 3,0% και 1,0% αντιστοίχως.
Βάσει της οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης που διενεργεί σε τακτική βάση και λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχιζόμενες ανοδικές πιέσεις στις τιμές που απορρέουν κυρίως από την εξέλιξη των τιμών της ενέργειας, το Διοικητικό Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής εξακολουθεί να είναι η ενδεδειγμένη. Ταυτόχρονα, κρίνεται αναγκαία η έντονη επαγρύπνηση όσον αφορά τους ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών. Έντονη επαγρύπνηση απαιτείται επίσης δεδομένης της άφθονης ρευστότητας και της ισχυρής νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης στη ζώνη του ευρώ. Είναι ουσιώδες η άνοδος του τρέχοντος ρυθμού πληθωρισμού να μην οδηγήσει σε πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα, καθώς και να διασφαλιστεί ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό θα παραμείνουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Σε όλες τις διάρκειες, τα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ παραμένουν πολύ χαμηλά σε ονομαστικούς και πραγματικούς όρους και η τρέχουσα πολύ χαλαρή κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής στηρίζει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο ξεκίνησε την αξιολόγησή του με την οικονομική ανάλυση. Παρόλο που ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης έχει μετριαστεί από τη σημαντική άνοδο των τιμών του πετρελαίου τα τελευταία τρίμηνα, φαίνεται ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ έχει επιδείξει σημαντική ανθεκτικότητα σε αυτή τη διαταραχή, υποβοηθούμενη και από την υπεύθυνη συμπεριφορά όσον αφορά τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Επιπλέον, οι πιο πρόσφατοι δείκτες μαρτυρούν ότι η οικονομική δραστηριότητα επί του παρόντος ενισχύεται. Αυτό θα ήταν σύμφωνο με τις προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2005, οι οποίες υποδηλώνουν σταδιακή ανάκαμψη από το δεύτερο εξάμηνο του 2005 και εξής. Στον εξωτερικό τομέα, η συνεχιζόμενη αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης αναμένεται να στηρίξει τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ, ενώ στον εσωτερικό τομέα οι επενδύσεις θα ωφεληθούν από τις συνεχιζόμενες ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, καθώς και την έντονη αύξηση των επιχειρηματικών κερδών. Η κατανάλωση αναμένεται να ανακάμψει σταδιακά, συμβαδίζοντας σε γενικές γραμμές με την αναμενόμενη εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Ταυτόχρονα, οι προοπτικές για την οικονομική δραστηριότητα εξακολουθούν να υπόκεινται σε καθοδικούς κινδύνους, που σχετίζονται κυρίως με τις τιμές του πετρελαίου, με ανησυχίες για τις ανισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο και με τη χαμηλή εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, οι πρόσφατες αυξήσεις κυρίως των τιμών της ενέργειας ώθησαν τους ρυθμούς του επίσημου πληθωρισμού σε επίπεδα σημαντικά ανώτερα από το 2%. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) ήταν 2,5% τον Οκτώβριο του 2005, έναντι 2,6% το Σεπτέμβριο και 2,2% τους δύο προηγούμενους μήνες. Είναι πιθανόν ο ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) να παραμείνει αυξημένος βραχυπρόθεσμα. Όπως είχε επισημανθεί τον Οκτώβριο, για την ερμηνεία των τρεχόντων ρυθμών πληθωρισμού είναι βασικό να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ πρόσκαιρων, βραχυπρόθεσμων παραγόντων, αφενός, και παραγόντων με πιο διαρκή χαρακτήρα, αφετέρου. Ενώ ορισμένες εξελίξεις ενδέχεται να αποδειχθούν παροδικές, οι αγορές αναμένουν τη διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα, κυρίως λόγω της έντονης παγκόσμιας ζήτησης και, σε ορισμένο βαθμό, των στοιχείων ευπάθειας στην πλευρά της προσφοράς. Αυτό υποδηλώνει μια πιο μακροχρόνια επίδραση των τιμών της ενέργειας στη συνολική εξέλιξη των τιμών.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί τη βάση για την προσανατολισμένη προς το μέλλον αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με την εξέλιξη των τιμών. Ταυτόχρονα, οι αυξήσεις των μισθών παρέμειναν συγκρατημένες τα τελευταία τρίμηνα και, δεδομένης της υποτονικότητας των αγορών εργασίας, αυτό αναμένεται να συνεχιστεί προς το παρόν. Επιπλέον, η πίεση από τις τιμές των προϊόντων της μεταποίησης παραμένει χαμηλή λόγω του έντονου ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνολικά, ενώ οι ρυθμοί πληθωρισμού αναμένεται να παραμείνουν άνω του 2% βραχυπρόθεσμα, εξακολουθούν να μην υπάρχουν ακόμη σαφή στοιχεία που να υποδεικνύουν τη συσσώρευση εσωτερικών πληθωριστικών πιέσεων στη ζώνη του ευρώ.
Ωστόσο, το Διοικητικό Συμβούλιο συνεχίζει να ανησυχεί για τους μεσοπρόθεσμους ανοδικούς κινδύνους που χαρακτηρίζουν αυτό το σενάριο. Όπως είχε τονιστεί τον προηγούμενο μήνα, αυτοί αφορούν τις συνεχιζόμενες αβεβαιότητες σχετικά με τις εξελίξεις στην αγορά πετρελαίου, μια ενδεχομένως εντονότερη μετακύλιση από ό,τι έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα, αφού οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω της εγχώριας παραγωγικής αλυσίδας, καθώς και ενδεχόμενες δευτερογενείς επιδράσεις κατά τη διαδικασία καθορισμού των μισθών και των τιμών. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πιθανές περαιτέρω αυξήσεις των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων. Κατά συνέπεια, απαιτείται έντονη επαγρύπνηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ παραμένουν σταθεροποιημένες.
Η νομισματική ανάλυση καταδεικνύει επίσης αυξημένους ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι ιδιαίτερα άφθονη σύμφωνα με όλους τους εύλογους δείκτες. Επιπλέον, η επιτάχυνση της νομισματικής επέκτασης που είχε παρατηρηθεί από τα μέσα του 2004 έχει γίνει ακόμη πιο έντονη τους τελευταίους μήνες. Η αύξηση του νομισματικού μεγέθους M3 τροφοδοτείται κυρίως από τις πιο ρευστές συνιστώσες του, γεγονός που επιβεβαιώνει την ολοένα και πιο κυρίαρχη επίδραση του χαμηλού επιπέδου των επιτοκίων. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης των δανείων, ιδίως των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, παραμένει πολύ υψηλός. Σε αυτό το πλαίσιο, η δυναμική των τιμών σε αρκετές αγορές κατοικιών πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Εν περιλήψει, η οικονομική ανάλυση υποδηλώνει ότι οι αυξήσεις των τιμών της ενέργειας ιδίως συνεπάγονται αναθεωρήσεις προς τα άνω των προοπτικών για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των τιμών. Ορισμένοι από τους παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό αναμένεται να είναι παροδικοί, ενώ άλλοι είναι πιθανόν να διαρκέσουν περισσότερο. Οι εσωτερικές πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα εξακολουθούν να είναι συγκρατημένες στη ζώνη του ευρώ, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σημαντικοί ανοδικοί κίνδυνοι. Επιπλέον, η νομισματική ανάλυση εντοπίζει αυξημένους κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Συνολικά, η διασταύρωση των πληροφοριών από τους δύο πυλώνες επιβεβαιώνει την ανάγκη έντονης επαγρύπνησης, προκειμένου να διατηρηθούν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε επίπεδο συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών. Μόνο διατηρώντας τις μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών, μπορεί η νομισματική πολιτική να εξακολουθήσει να συμβάλλει σημαντικά στην ανάκαμψη του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, ορισμένες χώρες παρουσίασαν τα σχέδια των προϋπολογισμών τους για το 2006. Παρά την κάποια θετική πρόοδο στη δημοσιονομική εξυγίανση, οι προοπτικές για τις χώρες με υπερβολικά ελλείμματα προκαλούν μεγάλη ανησυχία, αφού υπάρχει κίνδυνος να μην προχωρήσει η εξυγίανση και να μην τηρηθούν οι δεσμεύσεις για το 2005 και το 2006. Περαιτέρω καθυστερήσεις στη διόρθωση των υπερβολικών ελλειμμάτων και μια συνεχιζόμενη τάση αναζήτησης του πιο επιεικούς τρόπου εφαρμογής των διαδικαστικών ενεργειών του αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπιστία του Συμφώνου. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί. Όλα τα μέρη που συμμετέχουν στις μελλοντικές αποφάσεις φέρουν σημαντική ευθύνη για την εξασφάλιση της σωστής λειτουργίας του συνολικού δημοσιονομικού πλαισίου στο μέλλον. Αυτός θα είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την ενίσχυση των προοπτικών ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης προς τα δημόσια οικονομικά, πριν εμφανιστούν οι προκλήσεις που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο προτρέπει επομένως τις χώρες με δημοσιονομικές ανισορροπίες να δώσουν προτεραιότητα στην έγκαιρη διόρθωση και να εφαρμόσουν απαρέγκλιτα το αναθεωρημένο Σύμφωνο. Με αυτό τον τρόπο θα δοθεί το κατάλληλο μήνυμα στο κοινό και θα ενισχυθεί η αξιοπιστία του δημοσιονομικού πλαισίου.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο υπογραμμίζει και πάλι ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να αυξηθεί η ευελιξία των αγορών εργασίας και προϊόντων, με σκοπό την επίτευξη μιας πιο δυναμικής και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας και την προώθηση των διαδικασιών προσαρμογής εντός της ζώνης του ευρώ. Οι ευκαιρίες που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση και τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές μπορούν να αξιοποιηθούν με τον καλύτερο τρόπο, εάν επιτραπούν και επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές για την ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με αυτό τον τρόπο θα διευκολυνθεί επίσης η απαραίτητη προσαρμογή προς τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, με την περαιτέρω αύξηση της αποδοτικής χρήσης και της εξοικονόμησης ενέργειας ενώ, παράλληλα, θα αποφευχθεί η λήψη μέτρων που προκαλούν στρεβλώσεις και παρεμποδίζουν τη διαδικασία προσαρμογής.
Το παρόν τεύχος του Μηνιαίου Δελτίου περιλαμβάνει τρία άρθρα. Το πρώτο άρθρο συνοψίζει πρόσφατα πορίσματα σχετικά με την τιμολογιακή συμπεριφορά στη ζώνη του ευρώ, με βάση την ανάλυση που διενήργησε το Ευρωσύστημα στο πλαίσιο του Ερευνητικού Δικτύου για τη Μελέτη της Εμμονής του Πληθωρισμού (Inflation Persistence Network). Στο δεύτερο άρθρο αναλύονται οι συνθήκες χρηματοδότησης, οι χρηματοδοτικές εξελίξεις και η οικονομική κατάσταση των μη χρηματοπιστωτικών εταιριών στη ζώνη του ευρώ την τελευταία δεκαετία. Στο τρίτο άρθρο εξετάζονται οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις μεταξύ της ζώνης του ευρώ και της Ρωσίας, καθώς και η συνεργασία μεταξύ του Ευρωσυστήματος και της Τράπεζας της Ρωσίας.
Αρχή της σελίδας