Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2006 > 15 Ιουνίου 2006
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 8 Ιουνίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος κατά 25 μονάδες βάσης στο 2,75%. Τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων αυξήθηκαν επίσης κατά 25 μονάδες βάσης στο 3,75% και το 1,75% αντιστοίχως. Αυτή η απόφαση αντανακλά τους ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα, τους οποίους έχει εντοπίσει τόσο η οικονομική όσο και η νομισματική ανάλυση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η περαιτέρω άρση της χαλαρής κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής θα βοηθήσει συνεπώς στο να διασφαλιστεί ότι οι πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ παραμένουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Αυτή η σταθεροποίηση αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η νομισματική πολιτική να συμβάλλει διαρκώς στη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης και στη δημιουργία θέσεων εργασίας στη ζώνη του ευρώ. Συνολικά, μετά την αύξηση αυτή, τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ εξακολουθούν να είναι ιστορικώς χαμηλά, η ρευστότητα είναι άφθονη και η νομισματική πολιτική παραμένει χαλαρή. Με δεδομένες τις προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών και το δυναμισμό της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης στη ζώνη του ευρώ, το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις ώστε να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Όσον αφορά, πρώτον, την οικονομική ανάλυση, όλοι οι βασικοί δείκτες οικονομικής δραστηριότητας που έχουν πρόσφατα γίνει διαθέσιμοι είναι θετικοί. Σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της Eurostat, ο τριμηνιαίος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν 0,6% στη ζώνη του ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2006, έναντι 0,3% το προηγούμενο τρίμηνο, και η συμβολή της εσωτερικής ζήτησης ήταν σημαντική. Συνεπώς, υλοποιήθηκε η αναμενόμενη νέα επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ τους πρώτους μήνες του 2006, επιβεβαιώνοντας την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου ότι η οικονομική ανάπτυξη διευρύνεται και γίνεται πιο διαρκής. Αυτή η αξιολόγηση ενισχύεται περαιτέρω από πληροφορίες για τη δραστηριότητα το δεύτερο τρίμηνο – όπως διάφορες έρευνες εμπιστοσύνης και εκτιμήσεις βασιζόμενες σε δείκτες – που συνεχίζουν να είναι ενθαρρυντικές.
Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, υπάρχουν οι συνθήκες προκειμένου η ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ να παραμείνει πλησίον του δυνητικού της ρυθμού, με βάση την τάση, παρά την επίδραση της ανόδου των τιμών του πετρελαίου. Η ανάπτυξη στις οικονομίες των κύριων εμπορικών εταίρων της ζώνης του ευρώ παραμένει έντονη, στηρίζοντας τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ. Ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων αναμένεται να συνεχίσει να ωφελείται από τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, την αναδιάρθρωση των λογιστικών καταστάσεων των εταιρειών και την αύξηση των κερδών και της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Η αύξηση της κατανάλωσης αναμένεται να συνεχίσει να ενισχύεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, ακολουθώντας την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς η κατάσταση στην αγορά εργασίας βελτιώνεται σταδιακά.
Αυτές οι προοπτικές αντανακλώνται επίσης στις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου, οι οποίες αποτελούν επιπρόσθετη συνεισφορά στην ανάλυση του Διοικητικού Συμβουλίου όσον αφορά τις προοπτικές για την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τις προβολές, η μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί σε επίπεδο μεταξύ 1,8% και 2,4% το 2006 και μεταξύ 1,3% και 2,3% το 2007. Οι προβολές για την ανάπτυξη το 2006 είναι σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σχέση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Μαρτίου 2006, ενώ οι προβολές για το 2007 είναι ελαφρώς χαμηλότερες, αντανακλώντας κυρίως την πρόσφατη άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Παρόμοια σε γενικές γραμμές εικόνα δίνουν και οι πιο πρόσφατες προβλέψεις διεθνών και ιδιωτικών οργανισμών. Η άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ότι βραχυπρόθεσμα οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις προβολές για την οικονομική ανάπτυξη είναι γενικά ισορροπημένοι, ενώ οι πιο μακροπρόθεσμοι καθοδικοί κίνδυνοι αφορούν κυρίως ενδεχόμενες περαιτέρω αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, παγκόσμιες ανισορροπίες και προστατευτισμό.
Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) αυξήθηκε στο 2,5% το Μάιο, έναντι 2,4% τον Απρίλιο και 2,2% το Μάρτιο. Μολονότι δεν διατίθενται ακόμη λεπτομερείς πληροφορίες, αυτή η άνοδος απορρέει πιθανώς από την εξέλιξη των τιμών της ενέργειας. Τους επόμενους μήνες και το 2007, οι ρυθμοί πληθωρισμού είναι πιθανόν να παραμείνουν άνω του 2%, ενώ τα ακριβή τους επίπεδα θα εξαρτηθούν από τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών της ενέργειας. Αν και η συγκρατημένη εξέλιξη του κόστους εργασίας στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να συνεχιστεί το 2007 – αντανακλώντας επίσης τις συνεχιζόμενες πιέσεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού, ιδίως στον τομέα της μεταποίησης – οι έμμεσες επιδράσεις των παλαιότερων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου και των ανακοινωθεισών μεταβολών των έμμεσων φόρων αναμένεται να ασκήσουν σημαντική ανοδική επίδραση στον πληθωρισμό. Στο πλαίσιο αυτό, έχει καίρια σημασία οι κοινωνικοί εταίροι να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις ευθύνες τους.
Οι προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου συνεισφέρουν περαιτέρω στη αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου όσον αφορά τις προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών. Σύμφωνα με αυτές, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδο μεταξύ 2,1% και 2,5% το 2006 και μεταξύ 1,6% και 2,8% το 2007. Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Μαρτίου 2006, αυτά τα διαστήματα υποδηλώνουν ελαφρά μετατόπιση προς τα άνω όσον αφορά την πορεία του ΕνΔΤΚ το 2006, γεγονός που αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την υπόθεση ότι οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν.
Κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών εξακολουθούν να είναι ανοδικοί και περιλαμβάνουν περαιτέρω αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, εντονότερη από ό,τι προβλέπεται επί του παρόντος μετακύλιση των παλαιότερων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου στις τιμές καταναλωτή, πρόσθετες αυξήσεις των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων και – πιο ουσιαστικά – πιο δυναμική εξέλιξη των μισθών από ό,τι αναμενόταν, λόγω δευτερογενών επιδράσεων των παλαιότερων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου.
Όσον αφορά τη νομισματική ανάλυση, το Διοικητικό Συμβούλιο πραγματοποίησε πάλι διεξοδική συζήτηση σχετικά με τις νομισματικές και πιστωτικές εξελίξεις. Σε ένα πλαίσιο ήδη άφθονης ρευστότητας και πολύ έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα επιταχύνθηκε περαιτέρω τους τελευταίους μήνες, φθάνοντας σε διψήφιους αριθμούς. Η πιστωτική επέκταση διαθέτει επίσης ευρεία βάση και καλύπτει διάφορους τομείς. Ο δανεισμός των νοικοκυριών – ιδίως για αγορά κατοικίας – και των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξάνεται με ταχύτατο ρυθμό. Ταυτόχρονα, η νομισματική επέκταση επιταχύνθηκε περαιτέρω τους τελευταίους μήνες και ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Μ3 ήταν 8,8% τον Απρίλιο.
Η ραγδαία αύξηση της ποσότητας χρήματος συνεχίζει να οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επέκταση των πιο ρευστών συνιστωσών της. Έτσι, οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η αυξητική επίδραση του χαμηλού επιπέδου των επιτοκίων εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα που συμβάλλει στον τρέχοντα υψηλό ρυθμό, με βάση την τάση, νομισματικής επέκτασης, ο οποίος σηματοδοτεί πληθωριστικούς κινδύνους μεσομακροπρόθεσμα. Η περαιτέρω επιτάχυνση της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης σε αυτό το περιβάλλον ήδη άφθονης ρευστότητας υποδεικνύει αυξημένους ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών σε πιο μακροπρόθεσμους ορίζοντες. Ως εκ τούτου, οι νομισματικές εξελίξεις απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση, ιδίως υπό το φως της έντονης δυναμικής των αγορών κατοικιών.
Εν περιλήψει, οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού προβλέπεται να παραμείνουν αυξημένοι το 2006 και το 2007 και οι κίνδυνοι για αυτές τις προοπτικές θα είναι ανοδικοί. Με δεδομένη την έντονη νομισματική και πιστωτική επέκταση και την άφθονη ρευστότητα, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με εκείνο της νομισματικής ανάλυσης επιβεβαιώνει ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα. Για το λόγο αυτό, κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω προσαρμογή των επιτοκίων. Ενεργώντας έγκαιρα, το Διοικητικό Συμβούλιο συμβάλλει στη διατήρηση των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών, συνεισφέροντας έτσι διαρκώς στη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Συνολικά, η νομισματική πολιτική παραμένει χαλαρή και το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα υλοποιηθούν οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών.
Όσον αφορά τις δημοσιονομικές πολιτικές, οι προβλέψεις που δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποδηλώνουν ότι η κατάσταση στη ζώνη του ευρώ εξακολουθεί να είναι σε γενικές γραμμές αμετάβλητη το 2006 και το 2007. Οι λόγοι του ελλείμματος αναμένεται να παραμείνουν περίπου στο επίπεδο του 2005, δηλ. στο 2,4%, ενώ οι λόγοι του χρέους, έπειτα από οριακή μόνο υποχώρηση, προβλέπεται να διαμορφωθούν σε επίπεδα που συνεχίζουν να υπερβαίνουν το 70% του ΑΕΠ. Αυτό είναι απογοητευτικό στο πλαίσιο των προοπτικών της οικονομίας. Οι περισσότερες χώρες που παρουσιάζουν υπερβολικό έλλειμμα δεν διόρθωσαν τη δημοσιονομική τους θέση εγκαίρως. Επιπλέον, υπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεων στον τομέα της εξυγίανσης σε άλλες χώρες. Έχει καίρια σημασία να αποφευχθούν τα σφάλματα του παρελθόντος, όταν πολλές χώρες δεν επέτυχαν επαρκή εξυγίανση σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεωρεί ότι είναι αναγκαία η πιο αποφασιστική πρόοδος προς την επίτευξη υγιών δημόσιων οικονομικών σε ορισμένες χώρες, ότι πρέπει να εφαρμοστούν γρήγορα συγκεκριμένα και αξιόπιστα μέτρα στο πλαίσιο στρατηγικής με μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό και ότι είναι ζωτικής σημασίας να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη στο αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών στη ζώνη του ευρώ.
Στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, το Διοικητικό Συμβούλιο επαναλαμβάνει την έκκλησή του για την εφαρμογή αποφασιστικών μέτρων με στόχο τη διασφάλιση ανοικτών, ανταγωνιστικών και εύρυθμων αγορών προϊόντων και εργασίας, προκειμένου να προαχθεί ένα ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις και καινοτομία και να ενισχυθεί η ευελιξία μισθών και τιμών. Υπάρχει ευρεία και σαφής συναίνεση ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι ευεργετικές για την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας της ζώνης του ευρώ σε εξωτερικές διαταραχές. Ταυτόχρονα, αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα διευκολύνουν περαιτέρω τις προσαρμογές εντός της ζώνης του ευρώ με τη μείωση των δυσκαμψιών οι οποίες, σε ορισμένες οικονομίες, συντελούν σε εξελίξεις των μισθών που οδηγούν σε έντονη και επίμονη άνοδο του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις και μείωση της ανταγωνιστικότητας. Παραδείγματα αυτών των δυσκαμψιών αποτελούν η μικρή αύξηση της παραγωγικότητας λόγω της έλλειψης ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς και η ρητή ή de facto τιμαριθμική αναπροσαρμογή των ονομαστικών μισθών. Συνολικά, είναι απαραίτητη μια ολοκληρωμένη σειρά μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να ενισχυθούν τα θεμέλια για συνεχιζόμενη αύξηση του προϊόντος και της απασχόλησης σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, να στηριχθεί η εξελισσόμενη οικονομική ανάκαμψη και να εξομαλυνθεί περαιτέρω η λειτουργία των μηχανισμών προσαρμογής στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που θα διευκολύνει την άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.
Αρχή της σελίδας