Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2007 > 19 Απριλίου 2007
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 12 Απριλίου 2007, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε, βάσει της τακτικής του οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης, να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Οι πληροφορίες που έχουν καταστεί διαθέσιμες μετά την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου να αυξήσει τα επιτόκια επιβεβαίωσαν περαιτέρω το σκεπτικό στο οποίο είχε στηριχθεί η απόφαση αυτή. Επιβεβαίωσαν επίσης ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών εξακολουθούν να υπόκεινται σε ανοδικούς κινδύνους, ούτως ώστε να απαιτείται πολύ στενή παρακολούθηση όλων των εξελίξεων. Πράγματι, είναι ουσιώδες να διασφαλιστεί ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Αυτό θα συμβάλει ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ παραμένουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Αυτή η σταθεροποίηση αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η νομισματική πολιτική να συμβάλλει διαρκώς στη στήριξη της διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στη ζώνη του ευρώ. Δεδομένου του ευνοϊκού οικονομικού περιβάλλοντος, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ εξακολουθεί να είναι διευκολυντική, καθώς τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ είναι μέτρια, η νομισματική και πιστωτική επέκταση είναι πολύ ισχυρή και η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι άφθονη σύμφωνα με όλους τους εύλογους δείκτες. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Όσον αφορά την οικονομική ανάλυση, πρόσφατες πληροφορίες ενισχύουν την αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου για μια συνεχιζόμενη ισχυρή δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ. Η δεύτερη εκτίμηση της Eurostat επιβεβαιώνει τριμηνιαίο ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ σε 0,9% το δ΄ τρίμηνο του 2006. Συνολικά στη διάρκεια του 2006, το πραγματικό ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε κατά 2,7%, χωρίς διόρθωση ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών. Με βάση τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, αποτελέσματα ερευνών και διάφορες εκτιμήσεις βάσει δεικτών, φαίνεται ότι η ισχυρή ανάπτυξη συνεχίζεται το πρώτο εξάμηνο του 2007.
Αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις, υπάρχουν οι συνθήκες για την ανάπτυξη της οικονομίας της ζώνης του ευρώ με σταθερό ρυθμό. Όσον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έχει γίνει πιο ισόρροπα κατανεμημένη μεταξύ των επιμέρους οικονομικών περιοχών και, παρότι μετριάστηκε κάπως, παραμένει ισχυρή. Έτσι, οι εξωτερικές συνθήκες εξακολουθούν να στηρίζουν τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ. Η εγχώρια ζήτηση στη ζώνη του ευρώ αναμένεται επίσης να διατηρήσει το σχετικά έντονο δυναμισμό της. Οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν δυναμικές, επωφελούμενες από μια παρατεταμένη περίοδο που χαρακτηρίζεται από ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, αναδιάρθρωση των λογιστικών καταστάσεων των εταιριών, συσσωρευμένα και συνεχώς αυξανόμενα με υψηλό ρυθμό κέρδη και βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Η κατανάλωση αναμένεται επίσης να ενισχυθεί περαιτέρω με την πάροδο του χρόνου, συμβαδίζοντας με την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο στηρίζεται ολοένα και περισσότερο από την άνοδο της απασχόλησης και τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις ευνοϊκές προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη είναι σε γενικές γραμμές εξίσου ανοδικοί και καθοδικοί στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Σε πιο μακροπρόθεσμους ορίζοντες, εξακολουθούν να υφίστανται καθοδικοί κίνδυνοι οι οποίοι απορρέουν κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και συνδέονται με φόβους για αύξηση των πιέσεων προστατευτισμού, το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου των τιμών του πετρελαίου και ανησυχίες για πιθανές μη ομαλές εξελίξεις λόγω των παγκόσμιων ανισορροπιών.
Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) ήταν 1,9% το Μάρτιο του 2007, έναντι 1,8% τους δύο πρώτους μήνες του έτους. Λεπτομερή ανάλυση των στοιχείων για τον ΕνΔΤΚ του Μαρτίου δεν είναι ακόμη διαθέσιμη. Αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις, εάν δεν υπάρξουν περαιτέρω αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, η αστάθεια που εμφάνισαν πέρυσι οι τιμές της ενέργειας θα προκαλέσει σημαντικές επιδράσεις από τη βάση σύγκρισης, επηρεάζοντας την εξέλιξη των ετήσιων ρυθμών πληθωρισμού εφέτος. Με βάση τις σημερινές τιμές του πετρελαίου και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού είναι πιθανόν να σημειώσουν πτώση τους προσεχείς μήνες, να αυξηθούν εκ νέου προς τα τέλη του έτους και τότε να κυμανθούν και πάλι γύρω στο 2%.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο οποίος είναι ο ορίζοντας που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, οι προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών εξακολουθούν να υπόκεινται σε ανοδικούς κινδύνους. Οι εν λόγω κίνδυνοι συνδέονται με το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου και πρόσθετων αυξήσεων των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και της έμμεσης φορολογίας πέρα από αυτές που έχουν ανακοινωθεί και αποφασιστεί μέχρι στιγμής. Πιο ουσιαστικά, εντονότερες από ό,τι αναμένεται μισθολογικές εξελίξεις θα μπορούσαν να ενέχουν σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών, δεδομένου μάλιστα ότι τα τελευταία τρίμηνα παρατηρείται ευνοϊκή τάση των αγορών εργασίας. Επομένως, έχει καίρια σημασία οι κοινωνικοί εταίροι να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις ευθύνες τους. Ειδικότερα, οι μισθολογικές συμφωνίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές, το ακόμη υψηλό επίπεδο της ανεργίας σε πολλές χώρες, καθώς και την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στις χώρες της ζώνης του ευρώ.
Η νομισματική ανάλυση επιβεβαιώνει την ύπαρξη ανοδικών κινδύνων για τη σταθερότητα των τιμών σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Μ3 επιταχύνθηκε περαιτέρω στο 10,0% το Φεβρουάριο, από 9,9% τον Ιανουάριο. Ταυτόχρονα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα, ενώ παρέμεινε πολύ υψηλός στο 10,3% το Φεβρουάριο, παρουσίασε ορισμένες περαιτέρω ενδείξεις συγκράτησης. Ενώ τους προηγούμενους μήνες αυτή η συγκράτηση αντανακλούσε μείωση του ρυθμού αύξησης του δανεισμού των νοικοκυριών σε ένα περιβάλλον ανόδου των επιτοκίων των στεγαστικών δανείων σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και επιβράδυνσης της ανόδου των τιμών των κατοικιών σε ορισμένες περιοχές, το Φεβρουάριο οφειλόταν στην υποχώρηση του ρυθμού αύξησης των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Κατά την αξιολόγηση τέτοιων εξελίξεων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα μηνιαία στοιχεία μπορούν να επηρεαστούν από πρόσκαιρους παράγοντες και επομένως δεν θα πρέπει να υπερτονίζονται. Πράγματι, η έντονη αύξηση των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα αποτελεί συνέχιση της ισχυρής τάσης που παρουσιάζει ο ρυθμός αύξησης του δανεισμού των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων από τα μέσα του 2004.
Εξεταζόμενα από την κατάλληλη σκοπιά, τα τελευταία στοιχεία εξακολουθούν να καταδεικνύουν ισχυρή δυναμική του υποκείμενου ρυθμού αύξησης της ποσότητας χρήματος, με την ευρεία έννοια, στη ζώνη του ευρώ. Η συνεχιζόμενη υψηλή νομισματική και πιστωτική επέκταση αντανακλά την παρατεταμένη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ. Η άνοδος των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, σε συνδυασμό με τα χαμηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια, επηρέασαν τις εξελίξεις στις επιμέρους συνιστώσες των νομισματικών και πιστωτικών μεγεθών, αλλά μέχρι σήμερα είχαν περιορισμένη μόνο επιρροή στο συνολικό ρυθμό της νομισματικής επέκτασης. Μετά από ισχυρή νομισματική επέκταση επί σειρά ετών, η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι άφθονη σύμφωνα με όλους τους εύλογους δείκτες. Σε αυτό το περιβάλλον άφθονης ρευστότητας, η συνεχιζόμενη έντονη νομισματική και πιστωτική επέκταση καταδεικνύει ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, οι νομισματικές εξελίξεις εξακολουθούν να απαιτούν πολύ προσεκτική παρακολούθηση, ιδίως στο πλαίσιο της ισχυρής επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας και συνεχιζόμενων έντονων εξελίξεων στις αγορές κατοικιών σε πολλές περιοχές της ζώνης του ευρώ.
Εν περιλήψει, κατά την αξιολόγηση των τάσεων των τιμών, είναι σημαντικό η εξέταση να μην περιορίζεται στην τυχόν βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των ρυθμών πληθωρισμού. Ο μεσοπρόθεσμος ορίζοντας είναι εκείνος που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Οι κίνδυνοι που αφορούν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών παραμένουν ανοδικοί και συνδέονται ιδίως με το ενδεχόμενο εντονότερης από ό,τι προβλέπεται εξέλιξης των μισθών, σε ένα πλαίσιο συνεχιζόμενης έντονης αύξησης της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας. Δεδομένης της πολύ έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης σε ένα περιβάλλον ήδη άφθονης ρευστότητας, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με εκείνο της νομισματικής ανάλυσης στηρίζει την εκτίμηση ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό και το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις. Πράγματι, είναι ουσιώδες να διασφαλιστεί ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα. Αυτό θα στηρίξει τη σταθεροποίηση των μεσομακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Ως εκ τούτου, αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις, εξακολουθεί να απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Όσον αφορά άλλους τομείς πολιτικής, το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις συστάσεις που απευθύνονται στις χώρες της ζώνης του ευρώ, οι οποίες περιέχονται στην επικαιροποίηση για το 2007 των Ολοκληρωμένων Κατευθυντήριων Γραμμών, μιας περιεκτικής δέσμης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN το 2005 και συνδυάζει τους Γενικούς Προσανατολισμούς των Οικονομικών Πολιτικών και τις Κατευθυντήριες Γραμμές για την Απασχόληση. Η επικαιροποίηση των Ολοκληρωμένων Κατευθυντήριων Γραμμών εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του στις 8-9 Μαρτίου 2007 και ανταποκρίνεται στην ανάγκη για επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής, βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών, προώθηση του ανταγωνισμού και της ενοποίησης, καθώς και προώθηση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας.
Πράγματι, όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, είναι υψίστης σημασίας να αξιοποιηθεί ο δυναμισμός της βελτιωμένης οικονομικής κατάστασης και να συνεχιστεί αποφασιστικά η δημοσιονομική προσαρμογή. Οι λόγοι του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ στις χώρες της ζώνης του ευρώ το 2006 αποδείχτηκαν τελικά σημαντικά καλύτεροι από ό,τι αναμενόταν. Όμως, αυτό το θετικό αποτέλεσμα αντανακλά σε μεγάλο βαθμό αθρόα φορολογικά έσοδα σε ένα ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, τα οποία αντιστάθμισαν σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβάσεις των δημόσιων δαπανών. Τα καλύτερα από ό,τι αναμενόταν δημοσιονομικά αποτελέσματα το 2006 θα πρέπει να οδηγήσουν σε πιο φιλόδοξους στόχους για το 2007 και για τα επόμενα έτη, γεγονός που θα επιτρέψει τα έκτακτα έσοδα να διατεθούν πλήρως για τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους. Επιπλέον, θα πρέπει να αποφεύγονται σε όλες τις χώρες δημοσιονομικές πολιτικές που επιτείνουν τις κυκλικές διακυμάνσεις. Αυτό έχει ζωτική σημασία προκειμένου να διασφαλιστεί η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών εν όψει της προετοιμασίας για τις επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού, ενώ συμβαδίζει πλήρως με το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η αναθεώρηση των δημόσιων δαπανών και της φορολογίας με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών θα δώσει πρόσθετη ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο υποστηρίζει φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα συμβάλουν περαιτέρω στην ομαλή λειτουργία της Νομισματικής Ένωσης και θα στηρίξουν τις δυνατότητες ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, η βελτίωση της ευελιξίας των αγορών εργασίας για την καλύτερη ευθυγράμμιση της εξέλιξης των μισθών και της παραγωγικότητας και η διευκόλυνση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα των χωρών σε διαταραχές και θα διασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Το παρόν τεύχος του Μηνιαίου Δελτίου περιέχει τρία άρθρα. Το πρώτο άρθρο επικεντρώνεται στις ανακοινώσεις της ΕΚΤ όσον αφορά τη νομισματική πολιτική προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στο δεύτερο άρθρο εξετάζονται οι πηγές και οι επιπτώσεις πολιτικής των διαφόρων ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Το τρίτο άρθρο εξετάζει τις διαφορές μεταξύ του δημοσιονομικού αποτελέσματος και της μεταβολής του δημόσιου χρέους στη ζώνη του ευρώ.
Αρχή της σελίδας